«Πρέπει να ξέρεις μηχανή να κόψεις μαύρα μάτια» – Μια συνομιλία με τον Στέλιο Καζαντζίδη, 32 χρόνια πριν. Μέρος 1ο

Tρίτη 15 και Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, 8 με 9 το βράδυ, στο Δεύτερο. 103.7.
Την ξανακούμε, καθώς αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 19 χρόνια από τότε που έφυγε. Με την εμπειρία των όσων ακολούθησαν. Διαπιστώνουμε πόσα απ’ όσα λέγονται τότε, ήταν εξαιρετικά προφητικά. Aλλά και πόσα, ίσως και να μοιάζουν πια εμμονές μιας εποχής.
Ο Καζαντζίδης του 1988 λοιπόν, βρίσκει «επαιτεία του καλλιτέχνη» την περιήγηση στα «μέσα» για διαφημιστικούς λόγους. Μιλάει για τον τρόπο που διαλέγει τα τραγούδια του και επιμένει ότι τα θέματά του είναι παντοτινά, ανεξάρτητα από το αν « ο κόσμος θέλει να τα ξεπερνάει αλλιώτικα» καθώς «όταν το στομάχι διαρκώς τρώει κρέατα, θέλει να ακούει ανάλαφρα». Μιλάει για τους σύγχρονους και τους παλιούς συνθέτες. Για τον Καλδάρα, τον Δερβενιώτη, τον Άκη Πάνου αλλά και τα «Πέτρινα χρόνια» του Σταμάτη Σπανουδάκη. Επιμένει ότι «Όταν δεν έχεις τη δύναμη να επιβάλλεις, τότε ακολουθείς το ρεύμα». Και διαλέγει τα πρώτα από τα παλιά του τραγούδια που θα έλεγε, αν ξανανέβαινε στο πάλκο – δεν έγινε ποτέ.
Παράλληλα, προσπαθούμε μια ευρύτερη επιλογή τραγουδιών, με βάση την ιστορία του τραγουδιστή, τα σημερινά δεδομένα αλλά και την εποχή που λέγονται όλα αυτά. Πάντα με την πεποίθηση και με στόχο ότι «Πρέπει να ξέρεις μηχανή να κόψεις μαύρα μάτια».
Κι αν μού επιτρέπονται κάποιες πιο προσωπικές μνήμες και σκέψεις για την συνομιλία αυτή αλλά και για τον Καζαντζίδη γενικότερα:
« Ήταν 1988… Ο Καζαντζίδης είχε επιστρέψει στην δισκογραφία την προηγούμενη χρονιά. Τότε, παρουσίασε τον δίσκο «Ελεύθερος», με τραγούδια του Τάκη Σούκα, του Θανάση Πολυκανδριώτη αλλά και τα «Πέτρινα χρόνια» του Σταμάτη Σπανουδάκη. Ήμουν 24 χρονών. Μού τον γνώρισε στις ηχογραφήσεις τους στο στούντιο Σιέρρα, ο Τάκης Σούκας. Ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία για μένα, να τον παρακολουθώ να προσπαθεί να τραγουδήσει το τραγούδι «Μάνα μου» και όλο να σπάει η φωνή του από τη συγκίνηση – μόλις είχε φύγει από τη ζωή η μάνα του. Τότε ηχογραφήθηκε και η συνομιλία αυτή, στα παλιά στούντιο της «Κολούμπια», στον Περισσό. Ήταν η πρώτη μου μαζί του… Μια συνομιλία δύο ωρών, με την παρουσία του κουμπάρου και παραγωγού του Νίκου Τζανιδάκη, που συμμετέχει και στη συζήτηση. Ακούγοντάς την τόσα χρόνια μετά, από τη φωνή μου καταλαβαίνω πόσο …ψαρωμένος ήμουνα αλλά και τι προσπάθεια έκανα για να μην με καταπιεί ο «μύθος» του. Η συνομιλία αυτή, κατέχει μέχρι σήμερα το ρεκόρ σε ώρες μοντάζ ανάμεσα στις εκπομπές μου.  Για να βγει μια δίωρη εκπομπή, χρειαστήκαμε 21 ώρες μοντάζ! Αιτία ήταν η τεράστια ανάσα του Καζαντζίδη. Από τη διάρκειά της, δύσκολα αφαιρούσες λέξεις χωρίς να φαίνεται και μάλιστα με τα μέσα της εποχής εκείνης – κόβαμε ακόμη την ταινία με ψαλίδι!
Στα χρόνια 1988 – 1998, κάναμε 5 ακόμη μεγάλες συνεντεύξεις και αρκετές ακόμα σκόρπιες συνομιλίες. Συνολικά, ηχογραφήσεις 15 περίπου ωρών, για όλη του την πορεία. Έχω πολλά να θυμάμαι και από τις καταγραφές και από το παρασκήνιό τους. Θα πιστεύω πάντα ότι οι τελευταίες εικόνες που είδε το κοινό από αυτόν (δίκες, αντεγκλήσεις κλπ.) τον αδικούν πολύ και ως καλλιτέχνη και – πολύ περισσότερο – ως άνθρωπο. Αυτό που ίσως δεν ήξερε – ίσως και να μην τον ενδιέφερε – είναι τους κανόνες «δημόσιας» συμπεριφοράς και τα ήθη που είχαν διαμορφωθεί στα τελευταία χρόνια της διαδρομής του. Πιστεύω επίσης, ότι σαφώς αδικήθηκαν τότε και αδικούνται ακόμα οι τελευταίες επιλογές του, τα τραγούδια που είπε από το ’87 και μετά. Και σαφώς πιστεύω, ότι γενικά, θα άξιζε να στεκόμαστε περισσότερο στην ΑΛΗΘΕΙΑ του, παρά στους «μύθους» που φτιάχνει ο καθένας γι’ αυτόν».
ΥΓ: Η φωτογραφία είναι από το αρχείο του Πέτρου Παράσχη, ο οποίος είχε σχεδιάσει και το εξώφυλλο του δίσκου του 1988.