Θοδωρής Καλλιφατίδης στη «Φωνή της Ελλάδας»: «Η Ελλάδα δεν σε αφήνει να την ξεχάσεις…»

της Νατάσας Βησσαρίωνος

Ο ομογενής συγγραφέας Θοδωρής Καλλιφατίδης, φιλοξενήθηκε στη «Φωνή της Ελλάδας» και συγκεκριμένα στην εκπομπή «Κουβέντες μακρινές», με αφορμή το τελευταίο του μυθιστόρημα «Αγάπη και Ξενιτιά» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κείμενα.

Ο σημαντικότερος εν ζωή συγγραφέας της Σουηδίας μίλησε για τη μετανάστευση, για τα πρώτα χρόνια στη Σουηδία, για την αγάπη και τον έρωτα, για την απόφαση του να πετύχει στη Σουηδία, για τις σχέσεις του με την Ομογένεια, για την ελληνική γλώσσα, για την πανδημία του κορωνοϊού καθώς και για το τελευταίο του βιβλίο, που όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Με αυτό το βιβλίο κλείνω λογαριασμούς… μετά από αυτό ήρθε η πανδημία του κορωνοϊού και τώρα είναι σαν να έχω χάσει τον ήχο της φωνής μου».

Ακολουθούν μερικές από τις δηλώσεις του Θοδωρή Καλλιφατίδη στη «Φωνή της Ελλάδας».

«Η μετανάστευση είναι μία από τις δύο αποφασιστικές εμπειρίες της ζωής μου. Η πρώτη είναι η αγάπη. Προς τους γονείς, προς τα αδέρφια, ο έρωτας, η αγάπη για την ποίηση του Καβάφη… είναι εμπειρίες που δεν ξεχνιούνται εύκολα και αφήνουν πάντα μέσα μας κατακάθια. Το ίδιο σημαντική είναι και η μετανάστευση στη ζωή μου γιατί αφήνοντας τη χώρα μου, τη γλώσσα μου, τους ανθρώπους μου, ήταν ένα σάλτο μορτάλε που με έχει σημαδέψει. Είναι αδύνατον να σκεφτώ τη ζωή μου δίχως αυτές τις δύο εμπειρίες και βέβαια γράφω και για αυτές τις εμπειρίες, είτε εγώ είμαι ο ήρωας, είτε κάποιος άλλος…»

«Το βιβλίο αυτό (Αγάπη και ξενιτιά) το έγραψα στα 80 μου… είχα μάθει κάποια πράγματα γύρω από την κατανόηση της ζωής αλλά και την κατανόηση του γραψίματος. Ήθελα να αφήσω πίσω μου όλες τις φτηνές φιλολογίες, τα ρητορικά σχήματα, την επίδειξη γνώσεων, ήθελα να γράψω χωρίς όλα αυτά, αλλά με όλα όσα έμαθα από τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη. Ήταν ένας αγώνας να το γράψω γιατί το έβλεπα σαν ένα κλείσιμο λογαριασμών με αυτά που με απασχόλησαν στη ζωή μου. Όταν τελείωσα το «Αγάπη και ξενιτιά» περάσαμε σε αυτή τη μεγάλη δοκιμασία της πανδημίας που έχει επηρεάσει όλο τον κόσμο. Στη δική μου περίπτωση, με έχει κάνει λίγο σαν μια καμπάνα που δεν υπάρχει κανείς να την χτυπήσει ή κανείς να την ακούσει πλέον. Είναι σαν να έχω χάσει τον ήχο της φωνής μου. Δεν ξέρω γιατί με έχει επηρεάσει τόσο… Ίσως η έλλειψη χαράς που βλέπω στην κοινωνία…. Δεν μπορεί να περάσει κανείς μια τέτοια κατάσταση χωρίς να επηρεαστεί, κατά τη γνώμη μου…»

«Έφυγα από την πατρίδα πολύ πληγωμένος και πικραμένος. Με μία μόνο λέξη μπορώ να χαρακτηρίσω εκείνα τα χρόνια: Αποτυχία! Προσωπική αποτυχία για μένα αλλά και αποτυχία για τη χώρα. Γιατί μετά από έναν εμφύλιο, αντί να μπούμε σε μία πορεία συμφιλίωσης και να χτίσουμε τη χώρα συνεχίστηκαν οι πολιτικές διώξεις, η βία της αστυνομίας και κορυφώθηκαν οι καταστάσεις αυτές με τη δολοφονία του Λαμπράκη… εγώ έφυγα λίγες ημέρες μετά.»

«Ήμουν αποφασισμένος να τα καταφέρω στη Σουηδία. Είχα αποκλείσει να γυρίσω στην πατρίδα αποτυχημένος. Δεν πήγα με τη σκέψη να βάλω λίγες δραχμές στην άκρη και να γυρίσω να ζήσω στην Ελλάδα… Θέλω να σας εξηγήσω κάτι… Γράφω από όταν θυμάμαι ότι μπορούσα να γράψω το όνομά μου. Έβλεπα το γράψιμο σαν ένα τρόπο να ζήσω τη ζωή μου. Αυτό προσπαθούσα στη Σουηδία…να καλυτερέψω τις συνθήκες ώστε να μπορώ να γράφω. Και το μεγάλο πρόβλημα ήταν της γλώσσας. Δεν αρκούσε να μάθω σουηδικά για να πηγαίνω στο φαρμακείο να αγοράζω φάρμακα, αλλά έπρεπε να μάθω τη γλώσσα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μπορώ να εκφραστώ. Και είχα πράγματα να εκφράσω: την εμπειρία της Ελλάδας και την εμπειρία της ξενιτιάς. Και δεν ήταν μόνο οι δυσκολίες των πρώτων χρόνων στην ξενιτιά. Το πιο δύσκολο για μένα ήταν το γεγονός ότι έπρεπε να λέω ψέματα στους δικούς μου στην Ελλάδα. Δεν μπορούσα να γράψω στη μητέρα μου «Μαμά έχω να φάω τρεις ημέρες», δεν μπορούσα να γράψω στον πατέρα μου «μπαμπά απέτυχα σε αυτές τις εξετάσεις»… έπρεπε να δημιουργήσω μια πλαστή εικόνα για να μην πληγώνω τους γονείς μου. Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα ήταν η στάση μου απέναντι στους συμπατριώτες μου. Ήθελα να έχω φίλους Έλληνες και να κάνω παρέα με Έλληνες αλλά αυτό με πήγαινε λιγάκι πίσω…. Κλείνεσαι σε έναν μικρό κύκλο, κανείς δεν μιλά σουηδικά, όλοι μιλούν ελληνικά και συνεχίζεις να συμπεριφέρεσαι σαν Έλληνας που σημαίνει ότι δεν μαθαίνεις τίποτα από τη νέα σου χώρα. Δεν ενσωματώνεσαι. Εγώ ήθελα να αγαπήσω αυτή τη χώρα και ο μόνος τρόπος για να τα καταφέρω ήταν να μάθω ποια ήταν η Σουηδία και πως κατάφερε να φτιάξει αυτή την κοινωνία. Όλα αυτά τα βρήκα στη Λογοτεχνία τους. Έτσι ήρθα σε μια πιο ζεστή σχέση με τη χώρα και το λαό. Σήμερα αγαπώ τη Σουηδία, όχι στα τυφλά, την έχω μελετήσει και την έχω ζήσει».

«Συνεχίζεται πολλές φορές η κουβέντα αυτή στη Σουηδία (μεταξύ των Ελλήνων) αν πρέπει τα παιδιά μας να μάθουν ελληνικά, αν πρέπει να μάθουν σουηδικά… τελικά είναι σαν να μην σεβόμαστε την ίδια μας την ύπαρξη, σαν να έχουμε την εντύπωση ότι μπορούμε να ζήσουμε σε μια άλλη χώρα σαν να μην ζούμε εκεί…»

«Η Ελλάδα δεν σε αφήνει να την ξεχάσεις. Η ελληνική γλώσσα έχει αποικίσει σχεδόν όλο τον κόσμο είτε διαβάζεις φιλοσοφία, ιατρική, μαθηματικά, η γλώσσα μας είναι μέσα. Οι ήρωες της μυθολογίας, της αρχαίας τραγωδίας έχουν επηρεάσει τη Λογοτεχνία πολλών χωρών. Το πρόβλημα του μετανάστη είναι ότι πρέπει να ξαναδημιουργηθεί σαν άνθρωπος μέσα από μία άλλη γλώσσα. Εγώ δεν έμαθα σουηδικά για να γίνω Σουηδός αλλά για να παραμείνω Έλληνας και να μπορώ να το υποστηρίξω. Με έχουν κατηγορήσει που ήθελα να μάθω σουηδικά, ότι θέλω να γίνω Σουηδός… Με έχουν βρίσει, με έχουν φτύσει, στην κυριολεξία… υπάρχει αυτή η αντίληψη ότι δεν μπορείς να μάθεις να ζεις σε μια νέα κοινωνία χωρίς να εγκαταλείψεις τις αξίες και τα μαθήματα που έχεις πάρει από τη δική σου κοινωνία… Ενώ εγώ πιστεύω ότι πρέπει να γνωρίζεις πολύ καλά την κοινωνία που ζεις και να γνωρίζεις τη γλώσσα για να μπορείς να υποστηρίξεις τη θέση σου, την ελληνικότητά σου και την πατρίδα σου. Έλληνας γεννήθηκα και Έλληνας παραμένω».